Η ΛΙΜΝΗ ΠΑΜΒΩΤΙΔΑ
Ιστορία της λίμνηςΓεωγραφία της λίμνηςΦωτογραφίες της λίμνης

Η ιστορία της λίμνης

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

Ιστορικές μαρτυρίες

    Το όνομά της, Παμβώτις, μας παραδίνεται πρώτη φορά στο 12ο αιώνα από τον Ευστάθιο στα σχόλια που έγραψε για την Οδύσσεια. Αλλά ότι η λίμνη υπήρχε και παλαιότερα, προκύπτει από τον ιστορικό του Ιουστινιανού, Προκόπιο, που στα "Κτίσματα" αναφέρει την ίδρυση του φρουρίου των Ιωαννίνων ( 527-528 μ.Χ. ). Ο Ιουστινιανός δηλαδή, εκτιμώντας τη στρατηγική σπουδαιότητα του λεκανοπεδίου και θέλοντας να ενισχύσει την εγκαταλειμμένη από τις αδιάκοπες επιδρομές περιοχή, υποχρέωσε τους κατοίκους της παλαιάς Εύροιας της Θεσπρωτίας να μετοικήσουν στη χερσόνησο, όπου σήμερα βρίσκεται το κάστρο των Ιωαννίνων. Ο ιστορικός ως εξής προσδιορίζει τη θέση : Στο μέρος αυτό υπήρχαν λίμνη και ένα νησί. Στις όχθες της ( τις δυτικές ) σε μία χερσόνησο ( η σημερινή χερσόνησος του κάστρου ) που μόλις με μια στενότατη λωρίδα γης συνδεόταν με τη λοιπή στεριά, ο Ιουστινιανός έχτισε ισχυρό φρούριο, τη νέα Ευροία. Ασφαλώς ο Προκόπιος περιγράφει τη λίμνη των Ιωαννίνων γιατί καμιά άλλη λίμνη με νησί και χερσόνησο δεν υπάρχει ούτε και υπήρχε στην Ήπειρο. Η θέση της νέας Ευροίας, που αργότερα μετονομάσθηκε σε Ιωάννινα, επιβεβαιώνεται από τον Ιεροκλή, σύγχρονό του Προκοπίου, που στο Συνέκδημό του, τον ταξιδιωτικό οδηγό της εποχής εκείνης, αναφέρει στην περιοχή αυτή την Εύροια εκ νέου ( Εύροια, Σκνίου ).

Γεωλογικό - ανθρωπολογικό ιστορικό

    Για το σχηματισμό της λίμνης έχει διατυπωθεί η άποψη, ότι ανάγεται σε πολύ παλαιούς χρόνους. Έχουν παρατηρηθεί στο ασβεστούχο υπέδαφος του αποξηραμένου έλους της Λαψίστας, που βρίσκεται βόρεια της λίμνης, υδρόβιοι οργανισμοί και μαλάκια των γλυκών νερών, εναποθηκεύσεις της άλλοτε ενιαίας λίμνης, που μαρτυρούν ένα πολύ παλαιό σχηματισμό της λίμνης, όπως και οι λίμνες της Κεντρικής Ευρώπης.

    Οι πρόσφατες έρευνες της Αρχαιολογικής και Ανθρωπολογικής Σχολής του Καίμπριτζ πρόσφεραν καινούργια στοιχεία. Με την ανασκαφή μίας παλαιολιθικής σπηλιάς στους δυτικούς πρόποδες του λόφου της Καστρίτσας στα νότια της λίμνης, διαπιστώθηκε στο στόμιο της σπηλιάς, σε βάθος 6 μέτρων από τη σημερινή επιφάνεια του δρόμου, ένα στρώμα αμμουδιάς, από λιμναία χαλίκια, άμμο και στρείδια γλυκών νερών κα ενώ η εσωτερική επιφάνεια του βράχου ήταν τραχιά, η εξωτερική ήταν λεία, από τη μηχανική ενέργεια των κυμάτων της λίμνης. Το στρώμα αυτό χρονολογήθηκε με ραδιοάνθρακα C14 στα 20.800 ( +/- 810 ) χρόνια από σήμερα, δηλαδή 18.000 χρόνια π.Χ. περίπου. Δύο παρόμοιες στρώσεις διαπιστώθηκαν και σε βαθύτερα στρώματα, μεταξύ 6 και 13 μέτρων, που χρονολογούνται 20.000 - 26.001 χρόνια από σήμερα.

    Επειδή επάνω από τις τρεις στρώσεις της αμμουδιάς παρατηρήθηκαν ίχνη ανθρώπινης εγκατάστασης ( λίθινα εργαλεία, άνθρακες, κόκαλα, υπολείμματα τροφής ) προκύπτει ότι τρεις φορές υψώθηκε η στάθμη της λίμνης κατά 3,20 μέτρα τουλάχιστο στην περίοδο 26.000 - 20.000 χρόνια από σήμερα, και τα νερά της έφτασαν ως την είσοδο της σπηλιάς, και τρεις φορές αποσύρθηκαν και επέτρεψαν την εγκατάσταση του παλαιολιθικού κυνηγού μέσα στη σπηλιά.

    Στην εποχή αυτή που συμπίπτει με κάποια έξαρση του ψύχους και με τη μεγαλύτερη εξάπλωση των παγετώνων στην Ευρώπη ( Wurm III ) επικράτησαν, φαίνεται, στην Ήπειρο βροχερές κλιματολογικές συνθήκες, που διατάραξαν αισθητά την υδρολογική ισορροπία της λίμνης και προκάλεσαν ανύψωση της στάθμης περισσότερο από 3 μέτρα. Η αύξηση τούτη είναι σημαντική, αν λάβουμε υπόψη, ότι το μέσο σημερινό βάθος της λίμνης είναι 4 - 5 μέτρα, το δε μέγιστο 11 μέτρα, και ότι μία μεγαλύτερη χαμηλή έκταση βρισκόταν τότε κάτω από το νερό.

    Στις περιόδους αυτές δηλαδή, το έλος της Λαψίστας - που αποξηράνθηκε το 1954 - μαζί με τη σημερινή λίμνη, ήταν μία ενιαία και μεγάλη λίμνη. ολόκληρη η πεδιάδα ως τους πρόποδες των βουνών και των λόφων, μεταξύ Κατσικάς, Καστρίτσας, Λογγάδων, Περάματος, Ασφάκας, Ροδοτοπίου είχε καλυφθεί από τα νερά. Τούτο επιβεβαιώνεται και από άλλες γεωλογικές παρατηρήσεις : βόρεια των Ιωαννίνων, ένα μεσοπαλαιολιθικό στρώμα αργιλικό, με λίθινα εργαλεία της Μέσης Παλαιολιθικής εποχής ( 50.000 - 40.000 π.Χ. ) μπαίνει απευθείας στο αλλουβιακό στρώμα της λίμνης.

    Με τη λήξη της παγετωνικής περιόδου ( γύρω στα 8.500 π.Χ. ) και την έναρξη των νεοθερμικών χρόνων, και ίσως ύστερα από ένα σύντομο επεισόδιο κατακλυσμιαίων βροχών, που μπορεί να διέσωσε η αρχαία παράδοση στο μύθο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, η λίμνη φαίνεται ότι επανήλθε στην ισοστατική της κατάσταση. Τούτο μπορεί να υποστηριχθεί και από τις ανασκαφές στον προϊστορικό συνοικισμό της Kαστρίτσας, βόρεια του χωριού, που έφεραν στο φως ευρήματα προϊστορικού συνοικισμού σε βάθος 3 - 4 μέτρων από τη σημερινή επιφάνεια, που φτάνουν ως τη Μέση Νεολιθική περίοδο ( 5η χιλιετηρίδα π.Χ. ). Τούτο σημαίνει ότι η λίμνη την εποχή εκείνη δεν έφτανε ως το χώρο του προϊστορικού συνοικισμού, που μόλις 2 - 3 μέτρα υπερέχει από την επιφάνεια της λίμνης.

    Η στάθμη της επηρεάζεται ασφαλώς από την ποσότητα των ετησίων βροχών και την αποχετευτική ικανότητα που έχουν οι καταβόθρες που βρίσκονται στις νότιες όχθες της λίμνης, στις ρίζες του ασβεστολιθικού βουνού της Kαστρίτσας και στα βορειοδυτικά του λεκανοπεδίου βόρεια του Ροδοτοπίου, απ' όπου τα πλεονάζοντα νερά της διοχετεύονται στον Καλαμά, που εκβάλλει βόρεια του κόλπου της Ηγουμενίτσας.

    Παλαιότερα όμως, σε χρόνια μεγάλου όμβρου, η στάθμη της λίμνης ανερχόταν αισθητά. Σε μία ενθύμηση αναφέρεται, ότι το έτος 1864 - 1865 τα νερά υψώθηκαν τόσο πολύ από τις βροχές, που πλημμύρισαν τα παραλίμνια σπίτια και το νερό έφτασε ως μία πιθαμή στη Μητρόπολη.

    Η λίμνη έχει μήκος 7,5 περίπου χιλιόμετρα, πλάτος 1,5 ως 5 χιλιόμετρα, μέσο βάθος 4 - 5 μέτρα, μέγιστο βάθος 11 μέτρα ( μεταξύ βουνού και νησιού ) και επιφάνεια 22,8 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το ύψος της επιφάνειας είναι 470 μέτρα, σε σχέση με τη θάλασσα.

    Το κλίμα του λεκανοπεδίου είναι ηπειρωτικό, με μέση θερμοκρασία τον Ιανουάριο 6ο C περίπου. Συχνά η ήρεμη επιφάνεια της λίμνης αναταράζεται ως το βυθό της από τη βιαιότητα του βοριά. Τα κύματα τότε φτάνουν ως τη κορφή των δένδρων και σπάζουν στους βράχους του Κάστρου. Από το βαρύ κρύο παγώνουν καμιά φορά τα νερά και σχηματίζουν επάνω στα δέντρα χείμαρρους από κρυσταλλωμένους μανδύες.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

Μια ναυμαχία στη λίμνη

    Στο " Χρονικό των Ιωαννίνων " ( αρχές 15ου αιώνα και γνωστού μέχρι προ ολίγου ως ' Χρονικό των μοναχών Πρόκλου και Κομνηνού ' ) αναφέρεται μία " ναυμαχία " στη λίμνη. Στις 26/2/1379 ένα τμήμα από 200 περίπου Αλβανούς επιδρομείς κατόρθωσε, με τη βοήθεια ενός τοπικού βαρκάρη, να αποβιβαστεί νύχτα από το Νησί ή το χωριό Πέραμα στη βορειοανατολική ακτή της λίμνης και να καταλάβει τη βορειοανατολική ακρόπολη του Κάστρου ( τον "επάνω γουλάν " , όπου η έδρα των Δεσποτών, όπου σήμερα το Δημοτικό Μουσείο ). Ένα άλλο τμήμα , πιο πολυάριθμο αυτό, από Αλβανούς, Βλάχους και Βουλγάρους, που είχε αποβιβαστεί στο Νησί, ξεκίνησε με μονόξυλα και μία μεγάλη λέμβο, για να καταλάβει το υπόλοιπο Κάστρο. Οι αμυνόμενοι, πιο έμπειροι στη ναυτική τέχνη, έσπευσαν να εμποδίσουν την απόβαση. Τους επιτέθηκαν με δύο μεγάλες λέμβους και μονόξυλα και τους ανέτρεψαν. Τότε αυτοί που κατέλαβαν αιφνιδιαστικά το Γουλά αναγκάστηκαν να παραδοθούν.

Η ιστορία της μονής Ντουραχάνη

    Ένα άλλο περιστατικό, αν και ανεπιβεβαίωτο, διασώζει η προφορική παράδοση. Το 1434, τέσσερα χρόνια δηλαδή μετά την οριστική υποταγή των Ιωαννίνων στους Τούρκους, ο Ντουραχάν πασάς, Μπεϊλέρμπεης της Ρούμελης, διέσχισε χειμώνα την Πίνδο προερχόμενος από τη Θεσσαλία, για να καταστείλει μία τοπική ανταρσία στην Ήπειρο, και έφτασε στις ανατολικές όχθες της λίμνης. Ο Ντουραχάν πασάς, χωρίς να αντιληφθεί ότι βρισκόταν στη λίμνη που είχε παγώσει και είχε καλυφθεί, φαίνεται από το χιόνι, διάβηκε με όλο του το στρατό τη λίμνη και διαπεραιώθηκε στην απέναντι όχθη. Όταν πληροφορήθηκε τον κίνδυνο που διέτρεξε, απέδωσε τη σωτηρία του σε κάποιο εικονοστάσι της Παναγίας που βρισκόταν στο σημείο από όπου διαπεραιώθηκε και από ευγνωμοσύνη ίδρυσε στη θέση εκείνη την ομώνυμη μονή, την Παναγία Ντουραχάνη. Η παράδοση δεν είναι εντελώς απίθανη, αν και η διάβαση του Ζυγού το χειμώνα για τακτικό στρατό, και μάλιστα σε βαρυχειμωνιά, είναι δυσχερέστατη, αν όχι αδύνατη. Σε παλιότερες ενθυμήσεις αναφέρεται γενικό πάγωμα της λίμνης κατά τα έτη 1540, 1687, 1700, 1864, 1869 και τελευταία η λίμνη ξαναπάγωσε στα 1929 και 1959.

Η ιστορία της Κυρα - Φροσύνης

    Με τη λίμνη συνδέεται και μια τραγική ιστορία, από τις πολλές στα χρόνια του Αλή, ο πνιγμός της όμορφης Κυρά-Φροσύνης, της οποίας ο άντρας από πολύ καιρό έλειπε στη Βενετία. Για τον πνιγμό αυτής της χειραφετημένης γυναίκας, φαινόμενο ασυνήθιστο στα χρόνια εκείνα, παραδίνονται δύο αφηγήσεις. Την πιο αληθοφανή αναφέρει ο περιηγητής Thom Smart Hughes στο έργο του ' Ταξείδια στη Σικελία, Ελλάδα και Αλβανία 1820 ' :
    "Αυτή η νεαρή καλλονή, ήταν ξακουστή στα Γιάννενα, όχι μόνο για τα θέλγητρά της, αλλά κυρίως για τους χαριτωμένους τρόπους της και για τη ζωντάνια του πνεύματος, που την έκαναν ψυχή της συντροφιάς. Με αυτή την τέλεια γυναίκα δημιούργησε ιδιαίτερο δεσμό ο Μουχτάρ, ο μεγαλύτερος γιος του Αλή Πασά, που προκάλεσε τη ζήλια της Γυναίκας του".
    Μια μέρα κάποιος χρυσοχόος πρόσφερε προς πώληση στα χαρέμια της αυλής ένα αδαμαντοκόλλητο δαχτυλίδι βαρύτιμο. Το δαχτυλίδι έφτασε στα χέρια της ζηλότυπης γυναίκας του Μουχτάρ, που αναγνώρισε το δικό της δαχτυλίδι, που το είχε δωρίσει στο Μουχτάρ, τη μέρα των γάμων της. Τα πειστήρια της συζυγικής απιστίας ήταν πρόδηλα. Η απατημένη σύζυγος κατέφυγε στον πεθερό της, ζητώντας ικανοποίηση. Και ο Αλής, που εκείνον τον καιρό χρωστούσε σ'αυτή και στην αδελφή της, γυναίκα του Βελή, του νεότερου γιου του Αλή, την επιρροή του στους Αλβανούς, της έκανε το χατίρι. Μια νύχτα η Κυρά -Φροσύνη συνελήφθη μαζί με την υπηρέτριά της και με άλλες 17 γυναίκες, οι περισσότερες ελευθερίων ηθών, και κλείστηκε στο ναό του Αγίου Νικολάου των Κοπάνων, στη βόρεια παρυφή της πόλης. Ο Χιούζ αναφέρει ότι εξαιτίας αυτού δημιουργήθηκε μεγάλος αναβρασμός στην πόλη. Ο Αλής επί δύο μέρες ήταν αναποφάσιστος. Περίμενε κάποιο πρόσχημα, ένα διάβημα των προκρίτων για να ελευθερώσει την Κυρά- Φροσύνη και τις 17 γυναίκες. Αλλά οι πρόκριτοι δείλιασαν και ο Αλής τελικά διέταξε τη θανάτωσή τους. Μια νύχτα του 1801 πιθανώς, οι 18 γυναίκες πνίγηκαν στη λίμνη, στην περιοχή του Αγίου Νικολάου.

Ο θάνατος του Αλή Πασά


Ο Αλή Πασάς. Λεπτομέρεια από την έγχρωμη λιθογραφία του Γάλλου ζωγράφου L. Dupre, 1819. Σχέδιο εκ του φυσικού στη λίμνη του Βουθρωτού. Ο Αλής φορεί τη γούνα του και έχει στο σελάχι δύο πιστόλες και μία μαχαίρα

    Η ιστορία του Αλή Πασά είναι γνωστή. Εδώ θα ασχοληθούμε με το τελευταίο διάστημα της ζωής του.

    Τα φιλόδοξα σχέδια του Αλή Πασά ήταν γνωστά στην Πύλη και ο ικανός Σουλτάνος Μαχμούτ Β', αφού πέτυχε να καταστείλει παρόμοιες τοπικές ανταρσίες άλλων πασάδων της αυτοκρατορίας, στράφηκε και κατά του αντάρτη της Ηπείρου. Τον Ιούλιο του 1820 ο Σουλτάνος κήρυξε τον Αλή φιρμανλή, δηλαδή ένοχο εσχάτης προδοσίας, και τον καλούσε να παρουσιαστεί στην Πύλη εντός 40 ημερών για να απολογηθεί. Η σύγκρουση με τον Αλή επήλθε. Την αρχηγία των στρατευμάτων της Πύλης ανέθεσε ο Σουλτάνος στον Ισμαήλ Πασόμπεη, άσπονδο εχθρό του Αλή, που έφτασε στα Γιάννενα και ανέλαβε την πολιορκία του κάστρου το φθινόπωρο του 1820.

    Αλλά οι προσπάθειές του έμειναν άκαρπες. Το κάστρο ήταν καλά οχυρωμένο, προστατευμένο από πύργους και προμαχώνες, που λίγο πριν είχε κατασκευάσει ο Αλής. Έλληνες οπλαρχηγοί συμμαχούσαν με τον επαναστάτη στην σύγκρουσή του με την Πύλη και οι Σουλιώτες, που μόλις είχαν ξαναγυρίσει στην πατρίδα τους, ύστερα από 17 χρόνια, παρείχαν στον Αλή για αντάλλαγμα τη συμμαχία τους ( Δεκέμβριος 1820 ). Τέλος όργανα της Φιλικής Εταιρείας, που είχαν έρθει σε επαφή με τον Αλή, πρόσφεραν την υποστήριξή τους σ'αυτόν, στη σύγκρουσή του με τον Σουλτάνο. Η αντικατάσταση του ανίκανου να επιβάλλει την πειθαρχία στο στράτευμα Ισμαήλ Πασά από τον ικανότατο διοικητή της Πελοπονήσσου, τον Κιρκάσιο Χουρσίτ Πασά ( Μάρτιος 1821 ) άλλαξε σε λίγο την κατάσταση. Ο Χουρσίτ Πασάς αναγκάστηκε να μεταφέρει στην Ήπειρο ισχυρές δυνάμεις από την Πελοπόνησσο, πράγμα που διευκόλυνε να εδραιωθεί η Ελληνική Επανάσταση, μάλιστα μετά τις νίκες στο Βαλτέτσι, τις Θερμοπύλες, την άλωση της Μονεμβασιάς, της Πύλου και της Τρίπολης.

    Ο νέος διοικητής, ο Χουρσίτ, έκανε τη συνεργασία του Αλή με τους Σουλιώτες δύσκολη, απέκλεισε τον ανεφοδιασμό των πολιορκημένων από την Θεσσαλία και κατέστησε στενότερη την πολιορκία με την κατάληψη του χωριού Στρούνι ( σημερινή Αμφιθέα ), του Νησιού ( Απρίλιος 1821 ) και του ισχυρού προμαχώνα Λιθαρίτσια, νοτιοδυτικά του κάστρου. Στα τέλη του Νοεμβρίου 1821 ολόκληρη σχεδόν η αλβανική φρουρά του κάστρου προσχώρησε στον Χουρσίτ, αφήνοντας στον Αλή 500 μόνον άνδρες, από τους οποίους πάλι σε λίγο οι 430 προσχώρησαν στους Τούρκους. Ο Αλής τότε υποχρεώθηκε να περιοριστεί στο εσωτερικό κάστρο, το Ιτς - Καλέ. Η σύλληψή του θα ήταν ζήτημα λίγων ωρών, αν ο Χουρσίτ δεν ενδιαφερόταν να περισώσει τους θησαυρούς, που είχε κρυμμένους ο Αλής στις υπόγειες στοές του Ιτς - Καλέ. Υπήρχαν φήμες ότι ο Αλής είχε τοποθετήσει απολύτως έμπιστο άνθρωπό του, τον Σελήμ Τσάλη, με φανό πάντοτε αναμμένο, έτοιμο να αναφλέξει την πυριτιδαποθήκη στο σύνθημα του αφέντη του και να ανατινάξει το κάστρο και τους θησαυρούς. Ο Χουρσίτ κατέφυγε γι' αυτό σε δόλο. Έστειλε απεσταλμένους για διαπραγματεύσεις και ο Αλής του μήνυσε ότι θα παραδινόταν, αν έπαιρνε φιρμάνι ( έγγραφη εντολή ) από την Πύλη για να εμφανισθεί στον Σουλτάνο, να απολογηθεί και να παραδώσει ιδιοχείρως τους θησαυρούς του. Η πρότασή του έγινε δεκτή από το Συμβούλιο των Πασάδων ( 8/12/1821 ) και προσωρινή ανακωχή κηρύχθηκε μεταξύ των εμπολέμων, εν αναμονή της αμνηστείας από την Πύλη. Περί τα τέλη Δεκεμβρίου ο Χουρσίτ μήνυσε στον αγωνιώντα Αλή ότι η απομάκρυνσή του από το Ιτς -Καλέ θα διευκόλυνε την ευμενή απόφαση της Υψηλής Πύλης και του υποδείκνυε το Νησί για τόπο προσωρινής παραμονής του. Τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου ( 1822 ) άφηνε τα σεράγια του και παίρνοντας μαζί του τη Βασιλική, την αγαπημένη του γυναίκα, και το γραμματικό του Θανάση Βάγια, έπλευσε με δύο λέμβους στο Νησί και εγκαταστάθηκε στα κελιά της Μονής του Αγίου Παντελεήμονα ( που σώζονται μέχρι σήμερα ). Εκεί ανέμεινε με αγωνία το φιρμάνι της αμνηστίας.

    Λίγες μέρες πριν από το μοιραίο τέλος, ο Χουρσίτ του έστειλε την είδηση ότι η αμνηστεία από την Υψηλή Πύλη έρχεται. Στις 24 Ιανουαρίου, το απομεσήμερο, αποβιβάζεται στο Νησί ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασάς, με 30 στρατιώτες και άλλους αξιωματικούς, φέρνοντας την απόφαση της θανατικής καταδικής του επαναστάτη. Η συνοδεία μπήκε στην αυλή της Μονής και προχώρησε προς τον καταυλισμό, όπου με με αγωνία ανέμενε ο Αλής. Διαμείφθηκε κάποιος διάλογος μεταξύ των δύο Πασάδων, που επιβεβαίωσε στον Αλή τις υποψίες, που του είχαν γεννηθεί προσμένοντας στο Νησί.

    Ο Μεχμέτ Πασάς ξεδιπλώνοντας τότε το φιρμάνι της καταδίκης του, ζήτησε να υποταγεί αδιαμαρτήρητα στη θέληση της Πύλης και προχώρησε προς τη σκάλα. Ο Αλής, στον ξύλινο εξώστη του κελιού, έβγαλε την πιστόλα του και πυροβόλησε, τραυματίζοντας τον Μεχμέτ στο χέρι. Οι συνοδοί του Μεχμέτ Πασά αντιπυροβόλησαν και οι πυροβολισμοί γενικεύτηκαν μεταξύ των σωματοφυλακών. Ο Αλής πληγώθηκε στο χέρι. Λέγεται ότι κάποιος από τους Τούρκους του Μεχμέτ όρμησε για να τον χτυπήσει με τη σπάθα του, αλλά το ξίφος έπληξε κάποιο στύλο του εξώστη. Ο Αλής, τραυματισμένος στο χέρι, υποχώρησε στο μεσιανό δωμάτιο και από εκεί συνεχίστηκε η μάταιη αντίσταση. Μερικοί Τούρκοι στρατιώτες εισέδυσαν τότε στο διάδρομο, κάτω από το κελί που βρισκόταν ο Αλής και από εκεί πυροβολώντας κάτω από το πάτωμα, τραυμάτισαν στην κοιλιά θανάσιμα τον Αλή.

    Η σωματοφυλακή του σκόρπισε και οι Τούρκοι στρατιώτες ανέβηκαν τα σκαλοπάτια των κελιών και, σέρνοντας έξω τον θανάσιμα πληγωμένο Αλή, του έκοψαν το κεφάλι.

    Η ημερομηνία του φόνου, 17 Ιανουαρίου, δεν είναι βέβαιη. Ο Ανανίας, ηγούμενος του μοναστηριού, ήταν εξόριστος όταν " έκοψαν τον Αλή ". Έγραψε ύστερα από μερικούς μήνες, όταν ξαναγύρισε στο Νησί, και φαίνεται ότι στους υπολογισμούς του λάθεψε μια βδομάδα, τοποθετώντας το φόνο στις 17, αντί στις 24 Ιανουαρίου.

    Σύμφωνα με την ενθύμηση αυτή, η Βασιλική κατέφυγε στο διπλανό δωμάτιο ( οντά ) για να σωθεί από τον κίνδυνο ή, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, στην παρακείμενη μικρή σπηλιά του δωματίου, για να μη τη σκοτώσει ο Αλής. Λένε, δηλαδή, ότι η Βασιλική είχε μυστικές συννενοήσεις με ανθρώπους του Χουρσίτ και ότι σε αυτήν οφείλεται η σωτηρία του κάστρου από την ανατίναξη, που είχε αναθέσει ο Αλής σε έμπιστό του άνθρωπο. Η παράδοση αυτή δεν είναι απίθανη, αν λάβουμε υπόψη ότι η Βασιλική, εξόριστη στην Πόλη, είχε καλή μεταχείριση από τον Σουλτάνο.

    Το κεφάλι του Αλή στάλθηκε ταριχευμένο στην Πύλη, ως τεκμήριο του φόνου, και εκτέθηκε επί ένα μήνα σε κοινή θέα για παραδειγματισμό. Το σώμα του ενταφιάστηκε στον οικογενιακό τάφο του σεραγιού, στο Ιτς Καλέ, κοντά στο Φετιγιέ Τζαμί. Ο τάφος περιβαλλόταν ως το 1945 με ωραίο και ψηλό κιγκλίδωμα ( αντίγραφο του κιγκλιδώματος τοποθετήθηκε τα τελευταία χρόνια ).

    Πηγές : Σωτ. Ι. Δάκαρη, ' Το Νησί των Ιωαννίνων - Ιστορία, Μνημεία, Μουσείο ', Εκδόσεις Δήμου Ιωαννιτών, 1998

Η Κυρα - Βασιλική     


Αναπαραγωγή φωτογραφίας του Εθνολογικού Μουσείου Αθηνών.

    Γεννήθηκε το 1792-1893 στο Πλέσιο των Φιλιατών ( παλαιότερα Πλεσίβιστα ) και ήταν κόρη του προκρίτου Κίτσου Κονταξή και αδελφή των Γιώργη, Νικολάου και Ιωάννη Κονταξή ( ο πρώτος ήταν οπλαρχηγός και μετά την απελευθέρωση ανώτερος αξιωματικός ). Ήταν πανέμορφη και κίνησε το ενδιαφέρον του Αλή Πασά, ο οποίος την πήρε στα χαρέμια του από δώδεκα χρονών ( 1805 ). Την ίδια χρονιά, όταν ο Αλής είχε διατάξει τη λεηλασία της Πλεσίβιστας και τη σφαγή των κατοίκων της, με την κατηγορία πως υπέλθαψαν μερικούς κιβδηλοποιούς, η Βασιλική κατάφερε να μαλάξει την σκληρότητα του Αλή και να σταματήσει τη σφαγή. Ο Πασάς λάτρευε τη γυναίκα αυτή, που άσκησε ευεργετική επιρροή για τον Ελληνισμό.

    Συμμερίστηκε ως το τέλος τις τύχες του Αλή Πασά και τις τελευταίες μέρες της ζωής του βρέθηκε πλάι του. Λέγεται ότι είχε μυστικές συνενοήσεις με ανθρώπους του Χουρσίτ και ίσως σε αυτή οφείλεται η σωτηρία των Ιωαννίνων από την ανατίναξη. Για το λόγο αυτό πιθανώς δεν θανατώθηκε, αλλά εξορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα στην Προύσα.

    Με την δημιουργία του πρώτου Ελληνικού Κράτους, γύρισε στην Ελλάδα ( 1830 ), όπου παρέμεινε για λίγο στο ιδιόκτητο κτήμα της, στο χωριό Βοϊβόντα ( σήμερα Βασιλική ) των Τρικάλων και τελικά εγκαταστάθηκε στην Κατοχή του Αιτωλικού όπου έζησε σε έναν πύργο, γνωστό ως σήμερα ως ' Γουλάς της Κυρά-Βασιλικής '.Διατηρώντας ακόμα την αρχοντική ομορφιά της και την αξιοπρέπεια της γυναίκας του Αλή Πασά, πέθανε από δυσεντερία σε ηλικία 42 περίπου ετών.
    Στο Μητρώο του Ναού των Ταξιαρχών του Αιτωλικού είναι καταχωρισμένη η ληξιαρχική πράξη του θανάτου της με αύξοντα αριθμό 20 και ημερομηνία 1-12-1843. " Απέθανε η Κυρά Βασιλική Κίτζου, από δυσεντερία ήταν η ασθένειά της, ετών 45 ( αντί 41 ή 42 ) ... ετάφη κατά την συνήθη εκκλησιαστικήν τάξιν εν τη εκκλησία των Ταξιαρχών ".

    Οι Χριστιανοί διατήρησαν αγαθή ανάμνηση για τη νεαρή Ελληνίδα, γυναίκα του Αλή Πασά, που διατήρησε τη θρησκεία της, προστάτεψε κυνηγημένους, καταπράυνε πολλές φορές την οργή και την ωμότητα του Πασά απέναντι των υπολοίπων Χριστιανών. Την προσήλωσή της στη χριστιανική θρησκεία διαπιστώνουμε στη συνδρομή της για την ανέγερση τρίκλιτου ναού του Αγίου Νικολάου στο χωριό Βοϊβόντα ( 1818 ).

Πηγές

  • Παμβώτις,φυλλάδιο της Δημοτικής Επιχείρισης Λίμνης.
  • Σωτ. Ι. Δάκαρη, Το Νησί των Ιωαννίνων, Εκδόσεις Δήμου Ιωαννιτών.
  • Νίτσα Σινίκη-Παπακώστα, "Ήπειρος - Εκκλησίες και Μοναστήρια", Εκδόσεις Δωδώνη, 1996.

 

Αρχική σελίδα εισόδου
Ελληνικά (Αρχική σελίδα)English Start Page
Το σχολείο μας
Δραστηριότητες του σχολείου μας
Ο νομός Ιωαννίνων
Η πόλη των Ιωαννίνων
Η λίμνη Παμβώτιδα
Το νησί των Ιωαννίνων
Επιστροφή στην κορυφή της σελίδας για συνέχιση της πλοήγησης