Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Ιστορία της πόληςΤο κάστρο των ΙωαννίνωνΟ Άγιος Γεώργιος ο εξ ΙωαννίνωνΦωτογραφίες από τα Ιωάννινα

 

Το κάστρο των Ιωαννίνων

 

Ιστορία του κάστρου

    Η αναφορά στο Κάστρο των Ιωαννίνων ουσιαστικά ταυτίζεται με την ανίχνευση των απαρχών της ίδιας της πόλης. Η έλλειψη πρώιμων αρχαιολογικών ευρημάτων, εκτός από λείψανα κτιρίου ελληνιστικών χρόνων που εντοπίστηκαν κάτω από το βυζαντινό λουτρό στην αυλή του Σουφαρί-σεράι και η ασάφεια των ιστορικών πηγών προβλημάτισαν από νωρίς τους μελετητές για το χρόνο ίδρυσης των Ιωαννίνων. Βασισμένοι σε μια περιοχή του Προκοπίου στο έργο του “Περί κτισμάτων”, σχετικά με το χώρο στον οποίο μετοίκησαν κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. οι κάτοικοι της πόλης Εύροιας της Θεσπρωτίας, που μοιάζει με αυτόν των Ιωαννίνων, υποστήριξαν ότι η νέα Εύροια ταυτίζεται με τα Ιωάννινα. Η σύγχρονη έρευνα όμως, βασισμένη σε ενδελεχέστερη μελέτη των χωρίων του Προκοπίου, των ιστορικών γεγονότων αυτής της περιόδου και της συστηματικής έρευνας του χώρου κοντά στην αρχική Εύροια, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων εκείνης της περιόδου από το Κάστρο των Ιωαννίνων, δίνει πειστικότερη απάντηση, αφού τοποθετηθεί τη νέα Εύροια στο λόφο Καστρί της Θεσπρωτίας. Η τοποθεσία αυτή εισχωρεί στην Αχερουσία λίμνη, βρίσκεται απέναντι από την αρχική Εύροια (το σημερινό χωριό Γλυκή) και ανταποκρίνεται στις περιγραφές του Προκοπίου. Επιπλέον, στο χώρο αυτό επισημάνθηκαν μεσαιωνικά λείψανα.

    Πρέπει να φθάσουμε στον 9ο αιώνα μ.Χ. για να συναντήσουμε την πρώτη αναφορά στα Ιωάννινα, μέσα από το όνομα του επισκόπου Ιωαννίνων Ζαχαρία. Ήδη έχουν συμβεί καταλυτικές πολιτικές ανακατατάξεις. Οι επιδρομές των βαρβαρικών φύλων και η νέα πολιτική του βυζαντινού κράτους οδήγησαν σε μαρασμό τα μέχρι τότε αστικά και θρησκευτικά κέντρα. Τον 9ο αιώνα η Νικόπολη παύει να υπάρχει ως οργανωμένο αστικό κέντρο. Τα νέα αστικά κέντρα, που σχηματίζονται κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες, είτε συνεχίζουν τη ζωή σε χώρους με προηγούμενη ιστορική φάση είτε δημιουργούνται σε τόπους προσφορότερους στις νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και στις νέες στρατηγικές επιλογές του κράτους. Προστατεύονται συνήθως από μικρά φρούρια χωρίς ιδιαίτερη, πολλές φορές, οχυρωματική αξία. Μια τέτοια μικρή πολίχνη θα ήταν τα Γιάννενα τον 9ο και το 10ο αιώνα.

    Το 1020 η επισκοπή Ιωαννίνων, σύμφωνα με σιγίλλιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄, υπάγεται στην αρχιεπισκοπή Αχρίδας. Το 1082 ο νορμανδός Βοημούνδος στρατοπεδεύει στα Γιάννενα, όταν το σικελικό νορμανδικό κράτος συγκρούεται με τους Βυζαντινούς, και βρίσκει την πόλη με αξιόλογο κάστρο, σε σχέση με τη σημασία της. Όπως αναφέρει η Άννα Κομνηνή στην “Αλεξιάδα”, περιγράφοντας τους πολέμους του πατέρα της, στα Γιάννενα οχυρώνεται ο Βοημούνδος αλλά “…την του Κάστρου ακρόπολιν επισφαλή διαγνούς,… ετέραν εν άλλω μέρει των τειχών,… ερυμνοτάτην ανωκοδόμει…”. Υπέθεταν μέχρι πρότινος ότι η ακρόπολη που οχύρωσε ο Βοημούνδος ήταν η βορειοανατολική ακρόπολη του Κάστρου, εκεί δηλαδή που βρίσκεται σήμερα το τζαμί του Ασλάν-πασά, στο οποίο στεγάζεται το Δημοτικό Μουσείο, χαρακτήριζαν δε ως “πύργο του Βοημούνδου” το μεγάλο κυκλικό πύργο που σώζεται στη νοτιοδυτική πλευρά της. Πρόσφατη όμως μελέτη του πύργου έδειξε ότι το οχυρό αυτό κτίσμα είναι μέρος της βυζαντινής οχύρωσης του 13ου αιώνα.

    Το μικρό άσημο πόλισμα των Ιωαννίνων συνεχίζει τη ζωή του έως το 13ο αιώνα, όταν ο Κομνηνοδούκας Μιχαήλ Α΄ ιδρύει το λεγόμενο “Δεσποτάτο της Ηπείρου” με πρωτεύουσα την Άρτα και ανεγείρει “το των Ιωαννίνων πολίδιον…εις μόρφωσιν κάστρου…”. Οχυρώνει λοιπόν με νέο τείχος το Κάστρο και εγκαθιστά νέους κατοίκους. Από τότε αρχίζει η περίοδος ακμής των Ιωαννίνων. Μολονότι πρωτεύουσα του Δεσποτάτου είναι η Άρτα, τα Ιωάννινα αναπτύσσονται συνεχώς. Το 1318 η επισκοπή Ιωαννίνων προάγεται σε μητρόπολη. Μετά το 1204, όταν η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Φράγκων, στα Γιάννενα συγκεντρώνονται πολλές αριστοκρατικές οικογένειες της Πόλης. Το Νησί των Ιωαννίνων γίνεται σπουδαίο μοναστικό και πνευματικό κέντρο. Το 1321 ο Μιχαήλ Φιλανθρωπηνός ιδρύει το φερώνυμο μοναστήρι, κυψέλη στο εξής πνευματικής ζωής. Αυτή την περίοδο ιδρύεται και η μονή Στρατηγοπούλου από τους Στρατηγόπουλους, αρχοντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Στην ίδια την πόλη εκτός από το νέο τείχος ανεγείρονται κτίρια, ναοί και αρχοντικά. Στη βορειοανατολική ακρόπολη (Δημοτικό Μουσείο) κυριαρχεί το μέγαρο του Κυβερνήτη, ενώ στη νοτιοανατολική (Ιτς-Καλέ) ο μητροπολιτικός ναός των Ταξιαρχών, που ιδρύεται από τον ίδιο το Μιχαήλ Φιλανθρωπηνό. Το χρυσόβουλλο του Ανδρονίκου του 1319, με το οποίο ο αυτοκράτορας παραχωρεί στους κατοίκους των Ιωαννίνων προνόμια, δείχνει ανάγλυφα την ακμή της πόλης.

    Το ισχυρό τείχος και οι δύο οχυρές ακροπόλεις χαρίζουν ασφάλεια. Οι περιώνυμοι “Καστρινοί” αποκτούν ισχύ και πλούτο. Αρχίζουν έτσι σιγά σιγά να αποδεσμεύονται από την κηδεμονία της Άρτας. Το 1367 αποκτούν δικό τους δεσπότη. Το 1379 αντιμετωπίζουν με επιτυχία επίθεση των Αλβανών από τη λίμνη. Ήδη από το 1367 ηγεμόνας είναι ο βυζαντινοσέρβος Θωμάς Κομνηνός ο Πρελίαμπος ή Πρελούμποβιτς, ο οποίος επισκευάζει τα τείχη, κατασκευάζει τον οχυρό πύργο δεξιά της κύρια εισόδου του Κάστρου και αντιστέκεται με επιτυχία στους Αλβανούς για 18 χρόνια έως το 1384, οπότε δολοφονείται. Η χήρα του, Μαρία Αγγελίνα Δούκαινα η Παλαιολογίνα, παντρεύεται τον πρίγκιπα Ιζαού Μπουοντελμόντι του οίκου των Ατσαγιόλι της Φλωρεντίας, άρχοντα της Κεφαλονιάς. Τα χρονικά των Ιωαννίνων και των Τόκκων δίνουν αρκετές λεπτομέρειες για την περίοδο που ηγεμονεύουν στα Γιάννενα φράγκοι ηγεμόνες. Ο Ιζαού πεθαίνει το 1411 και την ίδια χρονιά γίνεται δεσπότης των Ιωαννίνων ο Κάρολος Α΄ Τόκκος, που ηγεμονεύει έως το 1421. Ακολουθεί ο Κάρολος Β΄ Τόκκος, στις ημέρες του οποίου (1430) τα Γιάννενα υποτάσσονται στους Τούρκους.

    Από τις αρχές του 15ου αιώνα η πόλη των Ιωαννίνων, μολονότι αποτελεί τμήμα βυζαντινής αυτοκρατορίας, διατηρεί χαλαρούς δεσμούς μαζί της και ακολουθεί δική της, αυτόνομη πολιτική. Αγωνίζεται να διατηρήσει το γεωγραφικό χώρο των αλβανικών φύλων, τα οποία έχουν ήδη καταλάβει την Άρτα και την Πάργα. Από τη μια ο ασφυκτικός κλοιός των Αλβανών και των Τούρκων και από την άλλη η απώλεια της εξόδου προς τη θάλασσα, μετά την κατάληψη των κάστρων Φαναρίου, Πάργας, Συβότων, Σαγιάδας και Βουθρωτού από τους Βενετούς, οδηγούν την πόλη μοιραία στην υποταγή της στην οθωμανική αυτοκρατορία.

    Όσον αφορά την αστική οργάνωση, τον τελευταίο αιώνα της ελεύθερης ζωής τους στα Γιάννενα έχουν ήδη μεταμορφωθεί σε μια φεουδαρχική πόλη – κράτος. Η καστρινή αυτοκρατορία έχει στην ιδιοκτησία της, με συγκεκριμένο καθεστώς, χωριά, γαίες και λίμνες σε ολόκληρο τον επαρχιακό χώρο. Έξω από το Κάστρο υπάρχει η αγορά και κατοικίες Εβραίων και εποίκων. Οι αυτόχθονες που δεν ανήκουν στην αριστοκρατία ασχολούνται με το εμπόριο και τη βιοτεχνία, που είναι αρκετά ανεπτυγμένα.

    Με την υποταγή τους στους Τούρκους το 1430 τα Γιάννενα παύουν πλέον να υπάρχουν ως ανεξάρτητη πόλη – κράτος, διατηρούν όμως μετά τη συνθήκη με τον Καρασινάν-πασά όλα τα προνόμια που είχαν μέχρι τότε.

    Η κοινωνικοοικονομική δομή παραμένει η ίδια: η καστρινή αριστοκρατία εξακολουθεί να νέμεται τις ιδιοκτησίες της. οι χριστιανοί παραμένουν στο Κάστρο και διατηρούν τις εκκλησίες τους. Η πόλη αναπτύσσεται κατά μήκος των αξόνων που οδηγούν στο Δυτικό Ζαγόρι, το Δέλβινο, την Ηγουμενίτσα, την Πάργα και την Άρτα. Ήδη αρχίζουν και εμφανίζονται τα πρώτα τζαμιά έξω από το Κάστρο, στις μουσουλμανικές κυρίως συνοικίες. Ο 16ος αιώνας βρίσκει τα Γιάννενα και τη γύρω περιοχή σε οικονομική και πνευματική άνθηση. Στο Κάστρο λειτουργεί κοινοσυντήρητο εκπαιδευτήριο με σχολάρχη τον Τσεχούλη και στη συνέχεια το Μανασσή Πλέσσα. Το Νησί εξακολουθεί να παραμένει μοναστικό και πνευματικό κέντρο. Ο Ιωάσαφ ο Φιλανθρωπηνός ανακαινίζει ριζικά το καθολικό της μονής Φιλανθρωπινών και φροντίζει για την αγιογράφησή του το 1542 και το 1560. Την ίδια περίοδο αγιογραφείται η μονή Στρατηγοπούλου, ιδρύεται και αγιογραφείται το καθολικό της μονής Ελεούσας και ιδρύεται η μονή του Προδρόμου από τη φημισμένη οικογένεια των Αψαράδων.

    Ο 17ος αιώνας όμως αρχίζει δραματικά για την πόλη, με ορόσημο το 1611. Η αποτυχημένη εξέγερση με επικεφαλής τον επίσκοπο Τρίκκης Διονύσιο το Φιλόσοφο (Σκυλόσοφο) γίνεται αφορμή για συστηματικές διώξεις των χριστιανών, οι οποίοι εκδιώκονται από το Κάστρο, όπου μένουν πια μόνο Τούρκοι και Εβραίοι. Οι εκκλησίες μέσα και έξω από το Κάστρο καταστρέφονται από πυρκαγιά λίγο μετά το 1611.

    Το 1618 ιδρύεται το μεγαλοπρεπές συγκρότημα τζαμιού του Ασλάν–πασά στη βορειοανατολική ακρόπολη, στη θέση των ανακτόρων του βυζαντινού διοικητή. Το 1635 καταργείται το δικαίωμα κατοχής φεουδαλικών ιδιοκτησιών από χριστιανούς. Η αριστοκρατία βρίσκεται στο δίλημμα να χάσει την ιδιοκτησία της ή να αλλαξοπιστήσει. Ένα μεγάλο μέρος της προτιμά το δεύτερο και πάνω από 300 οικογένειες της περιοχής αλλάζουν θρήσκευμα. Οι φεουδαλικές σχέσεις ιδιοκτησίας διατηρούνται, ενώ η ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας συμβάλλει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης, τα έσοδα της οποίας ενισχύονται και από την εκμετάλλευση της επαρχίας.

    Η κρίση έχει περάσει. Ο Τούρκος περιηγητής Ελβιγιά Τσελεμπή γράφει ότι το 1670 η πόλη έχει 4.000 σπίτια και 1.900 μαγαζιά και εργαστήρια. Μετά την έξωση των χριστιανών από το Κάστρο η πόλη εξαπλώνεται σε 21 συνοικίες (Λειβαδιώτη, Άγιος Νικόλαος, Σιαράβα, Τσιγαρά, Πλινθοκοπείο, Πλάτανος, Αρχιμανδρειό, Καραβατιά, Λούτσα κ.ά). Ο ιερομόναχος Παΐσιος παρουσιάζει την πόλη το 1690 ως εξής:

“Έχουσι σχήμα αετού.
Το Κάστρο είναι κεφαλή, ουρά είναι η Λούτσα.
Οι μαχαλάδες το κορμί ομού και Λιθαρίτσα.
Σεράγι και Καλούτσανη οι άκρες των πτερύγων”.

    Οι γιαννιώτες έμποροι έχουν σχέσεις με όλα τα Βαλκάνια και τα σημαντικότερα κέντρα της Δύσης. Οι συντεχνίες δουλεύουν το ασήμι, τα δέρματα, τα υφάσματα, τις γούνες, το μετάξι κ.ά.

    Το 1702 ο Γκαρνιέ, γάλλος πρόξενος στη Σαγιάδα, γράφει ότι τα Ιωάννινα μοιάζουν με μια μικρή Μασσαλία.. Η οικονομική ανάπτυξη έχει ως συνέπεια την πνευματική πρόοδο. Οι περίφημες σχολές των Ιωαννίνων γίνονται γνωστές σε όλη την Ελλάδα. Η πόλη είναι γεμάτη με τζαμιά και ναούς χριστιανικούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα υπάρχουν δεκαεπτά τζαμιά, δεκαοκτώ μουσουλμανικά νεκροταφεία, δύο συναγωγές, ένα εβραϊκό νεκροταφείο και έξι χριστιανικοί ναοί. Στην απογραφή της οθωμανικής κυβέρνησης το 1731 η πόλη αριθμεί 8.000 οικογένειες και 40.000 κατοίκους, από τους οποίους τα 3 /4 είναι χριστιανοί.

    Το τέλος του 18ου αιώνα, ύστερα από μια περίοδο έντονων συγκρούσεων στην περιοχή μεταξύ των μπέηδων, σφραγίζεται με το διορισμό και την εδραίωση στο πασαλίκι των Ιωαννίνων του Αλή –πασά. Γεννημένος στο Τεπελένι από αρχοντική οικογένεια – η μητέρα του είναι η περίφημη Χάμκω, κόρη του μπέη της Κόνιτσας-διακρίνεται από νωρίς για την τόλμη, την πανουργία και τη γενναιότητά του. Προσπαθεί επίμονα να αποκτήσει έναν τουρκικό τίτλο, που το καταφέρνει το 1788, όταν διορίζεται επίσημα πασάς των Ιωαννίνων. Η δραστηριότητά του σημαδεύει τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου αλλά και τα Γιάννενα, στα οποία έζησε και πέθανε. Στα χρόνια του η οικονομική πρόοδος και η πνευματική άνθηση της πόλης κορυφώνονται. Τα ηπειρώτικα καραβάνια διασχίζουν όλη τη Βαλκανική και μεγάλοι εμπορικοί οίκοι γιαννιωτών ιδρύονται στα πιο μεγάλα κέντρα της Ευρώπης. Οι συντεχνίες της πόλης ακμάζουν. Παράλληλα, ο πασάς των Ιωαννίνων παραμένει ο σημαντικότερος φεουδάρχης, κύριος ολόκληρων χωριών και απέραντων εκτάσεων σε όλο το χώρο του πασαλικιού. Η κυριαρχία του απλώνεται σε ολόκληρη τη βορειοδυτική Ελλάδα, τη Θεσσαλία μέχρι και τη βόρεια Εύβοια. Στην αυλή του και στις σπουδαιότερες θέσεις χρησιμοποιεί έλληνες προκρίτους της περιοχής. Αμέσως μετά την εδραίωσή του στην εξουσία ανεγείρει σεράγια, τζαμιά και δημόσια οικοδομήματα. Κτίζεται καταρχήν το σεράι του στην νοτιοανατολική ακρόπολη (Ιτς- Καλέ) του Κάστρου, την οποία οχυρώνει με εσωτερικό τείχος. Επανακτίζει το Φετιχέ τζαμί που το μετατρέπει σε τέμενος του σεραγιού. Το 1807 κτίζει το κομψότατο σεράι στα Λιθαρίτσια, θερινό σεράι στα θέση Μάζια στο Δρίσκο και μια σειρά περίπτερα. Το 1815 επισκευάζει ριζικά τα τείχη του Κάστρου και τους δίνει τη μορφή που βλέπουμε και σήμερα. Η Σχολή Ιππικού, το Σουφαρί-σεράι, γίνεται το κέντρο εκπαίδευσης ακόμα και σημαντικών ελλήνων οπλαρχηγών. Συγκρούεται με τους Σουλιώτες, σοβαρούς ανταγωνιστές του στον έλεγχο της εύφορης κοιλάδας του Φαναρίου, και γίνεται τελικά κύριος και αυτής της απρόσιτης περιοχής. Η φήμη του απλώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη και διατηρεί σχέσεις με τις σπουδαιότερες αυλές. Η δύναμη και οι τάσεις αυτονομίας του όμως προξενούν την οργή του σουλτάνου.

    Παρά την έντονη διπλωματική του δραστηριότητα, η τύχη του έχει αποφασιστεί. Οι σκληρές αιματηρές συγκρούσεις, το 1820, με το Χουρσίτ – πασά τελειώνουν με το θάνατό του στα κελιά της μονής Παντελεήμονος του Νησιού το 1822 και στην καταστροφή μεγάλων τμημάτων της πόλης. Η ηρεμία στην πόλη επανέρχεται μόλις μετά το 1830. Η τελευταία φάση της ζωής της υπό τον τουρκικό ζυγό έχει ήδη αρχίσει, και θα τελειώσει οριστικά το 1913.

 

Περιγραφή του Κάστρου και της περιοχής του

    Η σημερινή εικόνα του Κάστρου, που περιβάλλει τον οικισμό του, αλλά ταυτόχρονα περισφίγγεται ασφυκτικά από τη νέα πόλη, είναι ασφαλώς πολύ διαφορετική από εκείνη που θα παρουσίαζε κάποτε η περιοχή. Ο επισκέπτης μπορεί να φανταστεί μια βραχώδη χερσόνησο με δύο υψώματα να εισχωρεί ση λίμνη, και τα έλη και τις όχθες να πλησιάζουν από Βορρά και Νότο (από Μώλο και Σκάλα, αντίστοιχα) τόσο πολύ, ώστε να αφήνουν μόνον ένα στενό και δύσβατο λαιμό να τη συνδέει με την ξηρά. Τα δύο φυσικά οχυρά υψώματα αποτέλεσαν εξαρχής τις δύο ακροπόλεις του Κάστρου, οι οποίες τειχίστηκαν από νωρίς. Η βορειοανατολική ακρόπολη (σημερινό Δημοτικό Μουσείο) είναι πιο οχυρή, έχει όμως περιορισμένο ωφέλιμο χώρο, ενώ η νοτιοανατολική (Ιτς-Καλέ) είναι ευρύτερη και αποτέλεσε κατά πάσα πιθανότητα τον πρώτο οικιστικό πυρήνα του Κάστρου. Οχυρωμένες πρέπει να ήταν αρχικά μόνον οι ακροπόλεις, στα μεσοβυζαντινά όμως χρόνια τειχίζεται ολόκληρη η χερσόνησος.

    Το 13ο αιώνα ο Μιχαήλ Α΄ μεταμορφώνει τα άσημα μέχρι τότε Γιάννενα σε σημαντική και οχυρωμένη πόλη, που στη συνέχεια αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο και οι κάτοικοι της αποκτούν δύναμη και επιρροή. Τα ανάκτορα του βυζαντινού διοικητή στη βορειοανατολική ακρόπολη, οι κατοικίες των αρχόντων μέσα και έξω από τη νοτιοανατολική, ο μητροπολιτικός ναός των ταξιαρχών, ο ναός του Παντοκράτορα και πλήθος (πάνω από είκοσι) άλλων ναών και μονών μέσα στο Κάστρο, που καταστράφηκαν ολοσχερώς την περίοδο μετά το 1611, μας κάνουν εύλογα να φανταζόμαστε τη ζωή και το δυναμισμό της πόλης. Από το 1611 και μετά, όταν στο Κάστρο μένουν μόνο μουσουλμάνοι και Εβραίοι, τζαμιά και τούρκικα κυβερνητικά κτίρια καταλαμβάνουν τη θέση των ναών και των βυζαντινών αρχοντικών. Αργότερα η έντονη οικοδομική δραστηριότητα του Αλή –πασά σβήνει κάθε παλαιό ίχνος και διαμορφώνει μια εικόνα του Κάστρου πιο κοντινή σε αυτή που βλέπουμε σήμερα.

Χάρτης του Κάστρου

 

 

Y ΠΟΜΝΗΜΑ ΧΑΡΤΗ ΚΑΣΤΡΟΥ

Α. ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
1. Είσοδος-Νεότερη Πύλη                                           18. Φετιχέ Τζαμί
2. Τζαμί Ασλάν-Πασά                                                  19. Τάφος Αλή Πασά
3. Τουρμπές                                                                  20. Βυζαντινό Μουσείο
4. Σπηλιά Σκυλόσοφου                                                 21. Κυκλικός Πύργος Βοημούνδου
5. Μενδρεσές                                                               22. Τείχος Βοημούνδου
6. Κυκλικός Πύργος                                                     23. Λείψανα Προσκτισμάτων Βόρειας Πτέρυγας Σεραγιού
7. Εστία                                                                         24. Θησαυροφυλάκιο
8. Υπόγειες Φυλακές                                                    25. Κτίριο Εργαστηρίων 8ης Ε.Β.Α.
9. Πύλη προς Ιτς-Καλέ                                                 26. Λουτρό
Β. ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΚΡΟΠΟΛΗ                      27. Βιβλιοθήκη
10. Είσοδος-Κεντρική Πύλη                                         28. Σουφαρί Σαράι
11. Δωμάτια Φρουράς                                                   29. Τουρκικό Λουτρό ( Χαμάμ )
12. Λείψανα Κτιρίου με Πεσσούς                                30. Παλιά Εβραϊκή Συναγωγή
13. Είσοδος Στοών                                                        31. Οικία Πασά Καλού
14. Κεντρικό Αίθριο                                                      32. Πύργος Θωμά Πρελούμποβιτς
15. Μαγειρία                                                                  33. Κεντρική Πύλη Κάστρου
16. Τετράγωνο Κτίριο-Λείψανα Κυκλικού Πύργου      34. Πυλίδα Μώλου
17. Πυριτιδαποθήκη                                                       35. Πύλη Σκάλας
                                                                                       36. Προτείχισμα

 

Τα τείχη

    Το επιβλητικό τείχος που αντικρίζει σήμερα ο επισκέπτης είναι, στο μεγαλύτερό του μέρος, κτίσμα του Αλή–πασά, του έτους 1815. Μέχρι τις μέρες του Αλή σωζόταν ακόμα, με αρκετές βέβαια επισκευές, το υστεροβυζαντινό τείχος που οικοδόμησε ο Κομνηνοδούκας Μιχαήλ Α΄. Ο Αλή-πασάς κατεδάφισε τα ετοιμόρροπα τμήματα και ενσωμάτωσε στην εσωτερική παρειά του νέου τείχους όσα διατηρούνταν σε καλύτερη κατάσταση, αφού τα επισκεύασε και αύξησε το ύψος τους. Το κενό ανάμεσα στα δύο τείχη καλύφθηκε με καμάρες, που δημιούργησαν στο πάχος της οχύρωσης στοές, στο περίγραμμα των παλαιών τειχών. Λείψανα του τείχους της υστεροβυζαντινής περιόδου (13ος-14ος αι.) διακρίνονται σε αρκετά σημεία του Κάστρου, ιδιαίτερα στο κάτω μέρος του τείχους στην οδό Ιουστινιανού (αριστερά της κεντρικής πύλης), στο Μώλο, στη βορειοανατολική ακρόπολη (κάτω από το μενδρεσέ) κ.α. Η τοιχοδομία των τμημάτων αυτών είναι αμελής αργολιθοδομή με ισχυρό κονίαμα και με παρεμβαλλόμενα πλινθία, τοποθετημένα επάλληλα στους κατακόρυφους αρμούς ή σε οριζόντιες στρώσεις.

    Εντυπωσιακοί σώζονται μέχρι σήμερα δύο βυζαντινοί πύργοι. Ο ένας δεσπόζει στη βορειοανατολική ακρόπολη και είναι γνωστός με την παλαιότερη ονομασία του ως “πύργος του Βοημούνδου”. Πρόκειται για μεγάλο οχυρό πύργο ακανόνιστης κυκλικής κάτοψης, κτισμένο με αργολιθοδομή και παρεμβαλλόμενα πλινθία. Το ισόγειο είναι τετράπλευρο εσωτερικά και καλύπτεται με ημικυλινδρική πλινθόκτιστη καμάρα. Τον όροφο κάλυπτε πιθανώς ξυλοστέγη. Ο πύργος αποτελούσε μέρος της οχύρωσης της βορειοανατολικής ακρόπολης και με βάση ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τοιχοδομίας χρονολογείται στα υστεροβυζαντινά χρόνια (13ος-14ος αι.). Δεν είναι δυνατόν επομένως να είναι αυτός ο πύργος του Βοημούνδου, αφού σύμφωνα με τις πηγές ο Βοημούνδος κατέλαβε τα Γιάννενα το 1082. Ο δεύτερος βυζαντινός πύργος που σώζεται είναι ο πύργος του Θωμά, νότια της σημερινής κεντρικής πύλης, στην περιοχή του Κουρμανιού. Τετράπλευρο, κτισμένος με αργολιθοδομή στο μεγαλύτερο μέρος του, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός, αφού το ανώτερό του τμήμα είναι κατασκευασμένο με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης. Πλίνθινη επιγραφή επάνω από το ημικύκλιο του τόξου της εισόδου αναγράφει το όνομα ΘΩΜΑΣ. Οι μελετητές του Κάστρου (Α. Ορλάνδος, Σ. Δάκαρης, Λ. Βρανούσης) συσχέτισαν το όνομα με το δεσπότη των Ιωαννίνων Θωμά Πρελίαμπο (1367-1384), που είναι και το πιθανότερο, αφού ο ηγεμόνας αυτός είναι γνωστό ότι έκανε εκτεταμένες επισκευές και προσθήκες στο Κάστρο.

    Το τείχος που κτίζει ο Αλή-πασάς το 1815, επάνω στο περίγραμμα του παλαιότερου βυζαντινού, είναι κατασκευασμένο με μεγάλες ορθογώνιες πέτρες στη βάση του και μικρότερες στο επάνω μέρος. Ισχυροί ημικυκλικοί και τετράγωνοι πύργοι, βαθιά τάφρος στη θέση των σημερινών οδών Καραμανλή και Εθνικής Αντίστασης, ισχυρό προτείχισμα στη νοτιοανατολική πλευρά, ο προμαχώνας “Λιθαρίτσια”, στην κεντρική πλατεία της νέας πόλης, και η κατεστραμμένη σήμερα “Κούλια”, ανάμεσα στα “Λιθαρίτσια” και στο Κάστρο, έκαναν την πόλη των Ιωαννίνων απόρθητη.

    Τέσσερις μεγάλες πύλες και έξι πυλίδες εξυπηρετούσαν τους κατοίκους του Κάστρου, κοσμημένες με επιγραφές σε μαρμάρινες πλάκες και το λιοντάρι, σύμβολο του Αλή. Λείψανα των επιγραφών σώζονται ακόμα στην κεντρική πύλη, στην πύλη της Σκάλας και στην πυλίδα του Μώλου. Ευρύχωρος περίδρομος στο επάνω μέρος, με πλάτος όσο και το πάχος του τείχους, ακολουθεί το περίγραμμα της οχύρωσης.

 

Βορειοανατολική ακρόπολη ( Δημοτικό Μουσείο )

    Στο στενό χώρο της βορειοανατολικής ακρόπολης δεσπόζει το τζαμί του Ασλάν-πασά, στο οποίο στεγάζεται σήμερα το Δημοτικό Μουσείο. Ο νεότερος τειχοπερίβολος που ορίζει την ακρόπολη είναι κτισμένος στη θέση της αρχικής βυζαντινής οχύρωσης, λείψανα της οποίας σώζονται μέχρι σήμερα : ο κυκλικός πύργος, που ονομαζόταν παλαιότερα “πύργος του Βοημούνδου,” τμήματα τείχους στη βορειοδυτική γωνία και η πύλη που οδηγεί στο Ιτς-Καλέ. Στο χώρο αυτό κατά τη βυζαντινή περίοδο βρισκόταν η κατοικία του ηγεμόνα. Από εδώ γκρεμίστηκε η αφεντοπούλα κυρα-Μανταλένα και η αρχόντισσα Καυσοκαββαδίνα, όπως μας παραδίδουν οι πηγές, ενώ παρακολουθούσαν τη γιορτή των Θεοφανείων. Από εδώ ξεκινούσαν οι άρχοντες για να πάνε να προσκυνήσουν στο ναό των Ταξιαρχών, στην άλλη ακρόπολη. Το ύψωμα αυτό είναι ο “επάνω γουλάς” των Βυζαντινών.

    Μπαίνοντας κανείς σήμερα από τη νεότερη πύλη, αντικρίζει απέναντί του την Εστία του συγκροτήματος. Πρόκειται για ένα τετράγωνο οικοδόμημα με ανοιχτό προστώο. Το εσωτερικό χωρίζεται με τόξα σε δύο τετράγωνους χώρους, από τους οποίους ο ένας αποτελεί την κυρίως εστία και στεγάζεται με ημισφαιρικό θόλο στον οποίο διαμορφώνεται πολυγωνική καπνοδόχος. Ο άλλος χώρος και το προστώο έφεραν ξυλόστεγη κάλυψη.

    Απέναντι από την Εστία, μια μικρή πόρτα οδηγεί στις υπόγειες φυλακές του Αλή και το συνεχόμενο με αυτές φυσικό σπήλαιο. Στα σκοτεινά τους κελιά βασανίστηκαν και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο πολλοί αγωνιστές. Το σπήλαιο δεν έχει ακόμα αξιοποιηθεί. Ιδιαίτερα αξιόλογος είναι ο φυσικός του διάκοσμος από σταλακτίτες και σταλαγμίτες.

    Το βορειοδυτικό τμήμα της ακρόπολης καταλαμβάνεται από το μακρόστενο κτίσμα του μενδρεσέ (ιεροδιδασκαλείο). Αποτελείται από σειρά μικρών θολοσκέπαστων δωματίων, με μεγάλη ξυλόστεγη αίθουσα διδασκαλίας στο κέντρο. Το ανοιχτό προστώο στηρίζεται σε λίθινους κίονες και τόξα, στα οποία η χρήση πλίνθων προσφέρει αισθητική ποικιλία. Η Εστία και ο μενδρεσές, με βάση στοιχεία της τοιχοδομίας τους, χρονολογούνται στο 17ο αιώνα.

    Το τζαμί του Ασλάν-πασά κυριαρχεί σε ολόκληρο το χώρο. Ιδρύθηκε το 1618 από τον πασά, του οποίου το όνομα φέρει. Σε κάτοψη αποτελείται από έναν τετράγωνο τρουλαίο, χώρο, προστώο στη δυτική πλευρά, που στηρίζεται σε τέσσερις κίονες, και στοά στη βόρεια, στη δυτική και στη νότια πλευρά, η οποία αρχικά ήταν ανοιχτή, αργότερα όμως κλείστηκε από χαμηλή τοιχοποιία σχηματίζοντας στο πάνω μέρος μεγάλα παράθυρα. Το ογκώδες κτίριο είναι κτισμένο με ισχυρή αργολιθοδομή, στην οποία προσέδιδε ελαφρότητα η άλλοτε στοά, και σήμερα τα ανοίγματα του περίστωου χώρου. Στη νοτιοανατολική πλευρά της κρηπίδας του τζαμιού ανοίγονται βαθιές καμαροσκέπαστες κόγχες, με εναλλαγή λίθων και πλίνθων στην όψη των τόξων τους. Στο μπροστινό μέρος των κογχών διαμορφώνονται λουτήρες για πλύσεις θρησκευτικής κυρίως σημασίας. Ο μιναρές είναι ψηλός, με αρμονικές αναλογίες. Στο εσωτερικό του κεντρικού τετράγωνου χώρου, η κόγχη του μιχράμπ είναι διαμορφωμένη από μικρές πολυεδρικές επιφάνειες (“σταλακτίτες”) με ανεικονικό διάκοσμο. Γύψινος γλυπτός ανεικονικός διάκοσμος πλαισιώνει το μέτωπο της κόγχης, τις πλευρές του μιμπάρ (άμβωνας) και τις γωνιαίες κόγχες. Στρογγυλό κόσμημα καλύπτει το κέντρο του τρούλου, ενώ η βάση του διατρέχει γραπτή ζώνη με ρητά από το Κοράνι.

    Διάσπαρτος με τάφους είναι ο χώρος γύρω από το τζαμί. Οι απλούστεροι από αυτούς αποτελούνται από τετράγωνη κτιστή σαρκοφάγο και όρθιες πλάκες-σήματα, με ανάγλυφα κοσμήματα και επιγραφές. Αξιόλογος είναι ο οκτάπλευρος θολοσκέπαστος τουρμπές, τάφος κατά πάσα πιθανότητα του ιδρυτή του τζαμιού. Ο θόλος κοσμείται εσωτερικά με αραβουργήματα εξαιρετικής λεπτότητας και τέχνης.

    Κατεβαίνοντας από το τζαμί, δεξιά, λίθινη σκάλα στις παρειές του βράχου οδηγεί στη λεγόμενη "σπηλιά του Σκυλοσόφου". Πρόκειται για το σπήλαιο στο οποίο συνελήφθη ο επίσκοπος Τρίκκης Διονύσιος ο Φιλόσοφος, μετά την αποτυχημένη εξέγερση του 1611.

Έξω από τη βορειοανατολική ακρόπολη σώζονται τρία δημόσιου χαρακτήρα κτίσματα της εποχής της Τουρκοκρατίας: η βιβλιοθήκη, το χαμάμ και το Σουφαρί-σεράι.

 

Βιβλιοθήκη

    Λίγα μέτρα έξω από την πύλη της βορειοανατολικής ακρόπολης βρίσκεται το κομψό κτίριο της βιβλιοθήκης, που συνδέεται με τη λειτουργία του μενδρεσέ. Αποτελείται από μεγάλη τετράγωνη θολοσκέπαστη αίθουσα στο βόρειο τμήμα και ένα μακρόστενο χώρο στη νότια πλευρά, ο οποίος χωρίζεται με καμαροσκέπαστο διάδρομο σε δύο δωμάτια που στεγάζονται με θόλο. Ανοιχτό κιονοστήρικτο προστώο καλύπτει ολόκληρη την πρόσοψη. Ο συνδυασμός των τρουλίσκων, του προστώου και των ανοιγμάτων ισοσταθμίζει την αυστηρότητα της ισχυρής αργολιθοδομής της τοιχοποιίας και καθιστά το σπάνιο για το είδος του κτίριο μοναδικό μνημείο αστικής μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής.

 

Το χαμάμ (λουτρό)

    Νότια της βιβλιοθήκης διατηρείται, σε κακή κατάσταση σήμερα το μοναδικό στην Ήπειρο σωζόμενο δημόσιο λουτρό της Τουρκοκρατίας. Η πρώτη οικοδομική φάση του λουτρού πρέπει να είναι αρκετά πρώιμη (16ος-17ος αι.).Στη συνέχεια ανακαινίστηκε αρκετές φορές, όπως έδειξε η πρόσφατη έρευνα.

    Το συγκρότημα έχει τριμερή διάταξη. Ο πρώτος μεγάλος τετράγωνος θολοσκέπαστος χώρος είναι το αποδυτήριο. Ακολουθεί στενόμακρη καμαροσκέπαστη αίθουσα όπου βρίσκονται τα αποχωρητήρια στη δεξιά πλευρά. Η τρίτη είναι η κυρίως αίθουσα του λουτρού. Πρόκειται για σταυροειδή χώρο με θολοσκέπαστες τις κεραίες. Στις γωνίες του τετραγώνου υπάρχουν μικρά θολοσκέπαστα δωμάτια. Στο ανατολικό μέρος, το οποίο καταλαμβάνει σήμερα νεότερο κτίσμα, είναι διαμορφωμένη η καμαροσκέπαστη δεξαμενή και οι φούρνοι για το ζέσταμα του νερού. Το λίθινο δάπεδο στηρίζεται στους κίονες και τους πεσσούς των υποκαύστων, που καταλαμβάνουν τα δύο ανατολικά διαμερίσματα. Λίθινα πεζούλια περιτρέχουν τη βάση των πλευρικών τοίχων του αποδυτηρίου, ενώ στο κέντρο του υπάρχει αναβρυτήριο. Μέσω πήλινων σωλήνων στους τοίχους, οι οποίοι παράλληλα χρησίμευαν και για τη θέρμανση του χώρου, γινόταν η κυκλοφορία ζεστού και κρύου νερού που έρεε από τις γωνιακές βρύσες. Τα πήλινα κοσμήματα και η χρήση πλίνθων, οι αριστοτεχνικές διακοσμήσεις των πολυεδρικών επιπέδων των κογχών και το φως που έμπαινε από τα υαλόφρακτα ανοίγματα των θόλων δημιουργούσαν εξαιρετικά ευχάριστη ατμόσφαιρα.

 

Σουφαρί-σεράι

    Απέναντι από το λουτρό, ένα μεγάλο και επιβλητικό κτίριο, το Σουφαρί-σεράι, κυριαρχεί σε ολόκληρο το χώρο. Πρόκειται για το οικοδόμημα που στέγαζε τη Σχολή Ιππικού του Αλή, ένα ογκώδες, μακρόστενο, λιθόκτιστο κτίριο, το οποίο καλύπτεται από τέσσερις παράλληλες δίριχτες στέγες. Τοξοστοιχίες και πεσσοί στηρίζουν το δάπεδο του ορόφου, ενώ τρία μεγάλα τοξωτά ανοίγματα στη βορινή και στη νότια πλευρά διευκολύνουν την κυκλοφορία των ιππέων. Πάνω από 50 παράθυρα στον όροφο φωτίζουν το εσωτερικό και διασπούν τη μονοτονία του αυστηρού και ογκώδες κτιρίου. Λίθινη κλίμακα στηριγμένη σε τόξα οδηγεί στον όροφο από την ανατολική πλευρά. Η αργολιθοδομή της τοιχοποιίας φαίνεται ότι ήταν επιχρισμένη στον όροφο και ακάλυπτη στο ισόγειο.

    Δεν είναι σκόπιμο να απομακρυνθούμε από αυτό το χώρο, πριν αναφερθούμε στο μεγάλο βυζαντινό λουτρό που αποκαλύφθηκε στην αυλή του Σουφαρί. Το μεγαλύτερο μέρος του έχει καλυφθεί από το κτίριο του 9ου Δημοτικού Σχολείου, σώζονται όμως το τμήμα των υποκαύστων και λείψανα της κύριας αίθουσας. Είναι το μοναδικό αστικό κτίσμα που αποκαλύφθηκε στο Κάστρο, κτισμένο μάλιστα πάνω σε τοίχους ελληνιστικών χρόνων, στοιχείο που ανάγει την ιστορία αυτού του τόπου αρκετούς αιώνες στο παρελθόν.

 

Νοτιοανατολική Ακρόπολη ( Ιτς-Καλέ )

    Όπως ήδη αναφέρθηκε, το ύψωμα του Ιτς-Καλέ αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα τον αρχικό οικιστικό πυρήνα της πόλης, αφού ο σχετικά ευρύς χώρος στην κορυφή του μπορεί να φιλοξενήσει ένα μικρό οικισμό. Θα πρέπει να τονιστεί εξαρχής ότι η σημερινή όψη του εξάρματος δεν έχει καμιά σχέση με την όψη που παρουσίαζε ο χώρος κατά τη μεσοβυζαντινή και την υστεροβυζαντινή περίοδο. Απουσίαζε το επιβλητικό εσωτερικό τείχος του Αλή και οι μεγάλης κλίμακας επιχωματώσεις με τις οποίες ισοπέδωσε τον εσωτερικό χώρο.

    Μπορούμε να φανταστούμε μια μικρότερη έκταση, όπως ορίζεται σήμερα από το "τείχος του Βοημούνδου", που αποκαλύφθηκε πρόσφατα, με τα έλη να περισφίγγουν και από τη νοτιοανατολική πλευρά τη χερσόνησο. Το 1082 ο νορμανδός Βοημούνδος, σύμφωνα με τις πηγές, τειχίζει και δεύτερη ακρόπολη, πέραν της ήδη υπάρχουσας βυζαντινής, μέσα στο Κάστρο. Νεότεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι η ακρόπολη που τείχισε ο Βοημούνδος είναι το Ιτς-Καλέ και όχι η βορειοανατολική ακρόπολη. Το γεγονός αυτό είναι πολύ πιθανό, αν κανείς αντιδιαστείλει την τοιχοδομία του κυκλικού πύργου της βορειοανατολικής ακρόπολης και των κτισμάτων του Ιτς-Καλέ που η σύγχρονη έρευνα αποδίδει στο Βοημούνδο: του τείχους που αποκαλύφθηκε πρόσφατα, του μεγάλου κυκλικού πύργου και ενός άλλου κυκλικού πύργου, τα λείψανα του οποίου αποκαλύφθηκαν τελευταία κοντά στο κτίριο των μαγειρείων, στην ανατολική πλευρά του Ιτς-Καλέ. Οι συνεχιζόμενες όμως έρευνες αποκαλύπτουν νέα στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση πολλές από τις προηγούμενες απόψεις.

    Το 13ο αιώνα, όταν ο Μιχαήλ Α΄ τειχίζει την πόλη, στη νοτιοανατολική ακρόπολη κτυπά η καρδιά του βυζαντινού οικισμού. Στο νοτιοανατολικό άκρο της δέσποζε, σύμφωνα με τις πηγές, ο μητροπολιτικός ναός των Ταξιαρχών, στη θέση περίπου που βρίσκεται σήμερα το Φετιχέ τζαμί. κοντά του ο ναός του Παντοκράτορα και οι κατοικίες των αρχόντων. Όλα τα λείψανα όμως των βυζαντινών κτισμάτων καταστράφηκαν ολοκληρωτικά από τον Αλή-πασά, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του οικοδομικού προγράμματός του. Τα ελάχιστα βυζαντινά γλυπτά και ίχνη που έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί δεν μας επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε την εικόνα που παρουσίαζε η βυζαντινή ακρόπολη.

    Αμέσως μετά την εγκατάστασή του στα Γιάννενα, το 1788, ο Αλή-πασάς αρχίζει την ανέγερση του σεραγιού του στο Ιτς-Καλέ. Ταυτόχρονα οχυρώνει το ύψωμα με το νέο ισχυρότατο τείχος που βλέπουμε και σήμερα. Για το σκοπό αυτό καταστρέφει τα παλαιά κτίσματα και κάνει εκτεταμένες επιχωματώσεις, με τις οποίες το εμβαδόν της ακρόπολης μεγαλώνει τουλάχιστον έξι φορές. Με τα έργα που εκτελεί ουσιαστικά οχυρώνει το παλάτι του, που καταλαμβάνει ασφυκτικά ολόκληρο το χώρο. Δυστυχώς η πυρκαγιά του 1870 το κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Στη θέση του ανεγείρεται Στρατιωτικό Νοσοκομείο, το οποίο κατεδαφίζεται για να κτιστεί, το 1958, το βασιλικό Περίπτερο, όπου στεγάζεται σήμερα το Βυζαντινό Μουσείο. Μέσα όμως από τις πηγές και τα πρόσφατα ανασκαφικά ευρήματα μπορούμε με σχετική βεβαιότητα να αναπλάσουμε την εικόνα που παρουσίαζε ο χώρος την εποχή του Αλή-πασά.

    Το κεντρικό κτίριο του σεραγιού είχε σχήμα Π. Η νότια πλευρά του στέγαζε το γυναικωνίτη, η βόρεια τον ανδρώνα, ενώ η κεντρική, κατά πάσα πιθανότητα, τους θαλάμους υποδοχής, ακροάσεων κ.ά. Το διώροφο κτίριο δεν φαίνεται να διέφερε κατά πολύ, όσον αφορά τον τύπο, από τα αντίστοιχα αρχοντικά της πόλης (π.χ "σπίτι του Δεσπότη"), παρά μόνον ως προς το μέγεθος και τη διακόσμηση. Ο παλαιότερος κυκλικός πύργος, που η σύγχρονη έρευνα αποδίδει στο Βοημούνδο, ενσωματώθηκε στο σεράι με αλλεπάλληλες προσθήκες. Πληθώρα άλλων κτιρίων ενσωματώθηκαν στο κεντρικό, έτσι ώστε σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα βοηθητικά κτίρια να συγκροτούν ένα επιβλητικό σύνολο.

    Το συγκρότημα της κεντρικής πύλης έχει μνημειώδη εμφάνιση, όπως άρμοζε στην είσοδο του σεραγιού. Επάνω από τη μεγάλη τοξωτή πύλη θα δέσποζαν το λιοντάρι, σύμβολο του Αλή, και ρητά από το Κοράνι. Αμέσως μετά την είσοδο, δεξιά και αριστερά, βρίσκονται τα δωμάτια της φρουράς, στα οποία σώζονται ακόμα τα τζάκια. Στο αριστερό τμήμα, μετά τα δωμάτια της φρουράς και στη θέση που η παράδοση ονομάζει "Αγία Ελένη", σώζονται οι ογκώδες πεσσοί ενός μεγάλου, διωρόφου κατά πάσα πιθανότητα κτιρίου, άγνωστης χρήσης.

    Το επόμενο κτίριο είναι τα μαγειρεία. Είναι τετράγωνο θολοσκέπαστο οικοδόμημα, με τις χαρακτηριστικές καμινάδες μιας Εστίας. Δεξαμενή στη βόρεια πλευρά και βρύσες στο εσωτερικό εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της παρασκευής του φαγητού. Στην αργολιθοδομή της τοιχοποιίας διακρίνονται οι συχνές επισκευές που έχουν αλλοιώσει την αρχική μορφή των όψεων των τοίχων. Είναι βέβαιο ότι η αρχική τοξωτή είσοδος βρισκόταν στην στη δυτική πλευρά, που την προστάτευε μάλιστα και χαγιάτι, ενώ για το φωτισμό του χώρου υπήρχαν μακρόστενα παράθυρα.

    Δεξιά της πύλης αρχίζουν οι στοές, που εξυπηρετούσαν την επικοινωνία με το νότιο τμήμα του συγκροτήματος, συγχρόνως όμως φιλοξενούσαν χώρους στρατωνισμού και αποθήκευσης. Οι στοές καλύπτονται με καμάρες, οι περισσότερες από τις φέρουν σχιστόπλακες, κυρίως όσες εξυπηρετούσαν ανάγκες κατοικίας ή αποθήκευσης. Όλες οι στοές οδηγούν σε ένα κεντρικό αίθριο από όπου μνημειώδης κλίμακα οδηγεί στα υπερκείμενα κτίρια.

    Το λεγόμενο “θησαυροφυλάκιο” είναι ένα από τα εντυπωσιακότερα κτίρια αυτής της πλευράς. Διατηρεί ακόμα σε μεγάλη έκταση την καλοδουλεμένη, σχεδόν ισόδομη τοιχοποιία του και καλύπτεται με τρεις δίριχτες στέγες. Ένα τμήμα του διαμορφώθηκε στον 20ό αιώνα σε ναό των Αγίων Αναργύρων. Τετράγωνοι πεσσοί στηρίζουν την καμαροσκέπαστη οροφή, ενώ φαρδύ υπερυψωμένο πεζούλι διατρέχει τους πλευρικούς τοίχους. Η χρήση του συνδέεται οπωσδήποτε με εκείνη του νέου κτιρίου που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στη βορινή του πλευρά. Οι κόγχες και οι καμάρες των κτιρίων αυτών, καθώς και η εξαιρετική τοιχοδομία τους, τουλάχιστον στην πρόσοψη, μας ωθούν στο συμπέρασμα ότι αποτελούσαν χώρους υποδοχής, φιλοξενίας ή κατοικίας σημαντικών προσώπων.

    Δυτικά δεσπόζει διώροφο κτίριο, που σήμερα στεγάζει τα εργαστήρια συντήρησης της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων . Δεν είναι γνωστή η χρήση του την περίοδο του Αλή. ο χώρος του κάτω επιπέδου καλύπτεται με θόλο που στηρίζεται σε πεσσούς και θα χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη, ενώ ο ξυλόστεγος όροφος από τον οποίο γίνεται η είσοδος, ως χώρος κατοικίας. Οι εκτεταμένες επεμβάσεις των στρατιωτικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούσαν το κτίριο εξαφάνισαν τα περισσότερα ίχνη της αρχικής στέγασης. Το λουτρό που βρίσκεται στη βορινή του πλευρά εξυπηρετούσε όσους κατοικούσαν σε αυτούς τους χώρους. Αποδυτήρια, κύριο θολοσκέπαστο τμήμα και δεξαμενή συγκροτούν το μικρό αυτό τριμερές λουτρικό συγκρότημα, που σχεδόν αιωρείται επάνω στις επάλξεις του εσωτερικού τείχους.

    Στην απέναντι πλευρά, κοντά στα μαγειρεία, έχουν ήδη αποκαλυφθεί ίχνη μακρόστενου συγκροτήματος, άγνωστης προς το παρόν χρήσης, τα κτίρια του οποίου εκτείνονται νοτιοανατολικά μέχρι τον τάφο του Αλή και το Φετιχέ τζαμί. Το πρώτο κτίριο είναι ένα τετράγωνο λιθόκτιστο κτίσμα με αυλή, στο μέσο της οποίας υπάρχει καρδιόσχημο αναβρυτήριο. Κάτω από τα θεμέλια αυτού του οικοδομήματος διακρίνονται τα λείψανα του δεύτερου κυκλικού πύργου που αποκαλύφθηκε πρόσφατα και αποτελεί και αυτός, όπως πιστεύει η σύγχρονη έρευνα, τμήμα της οχύρωσης του Βοημούνδου.

    Το μικρό κτίριο που ακολουθεί προς Νότον σχεδόν περιβάλλεται από μακρόστενα δωμάτια και έχει ταυτιστεί με πυριτιδαποθήκη. Το μονόχωρο υπόγειό του καλύπτεται με θόλο, ενώ ο υπέργειο τμήμα του στεγάζεται με δίριχτη στέγη και σχιστόπλακες.

    Η σημερινή όψη του τάφου του Αλή-πασά απέχει πολύ από την αρχική του λαμπρότητα. Μέχρι το 1940 περίπου σωζόταν το σφυρήλατο σιδερένιο κιγκλίδωμα που κάλυπτε ολόκληρο τον τάφο. Το μνημείο, ορθογώνιο σε κάτοψη, χωρίζεται σε δύο τμήματα, στο πρώτο από τα οποία διακρίνονται σε δύο κτιστοί τάφοι που ανήκουν στον Αλή και σε μία από τις συζύγους του. Ως γνωστόν, στον τάφο αυτό τάφηκε το σώμα του μετά τη δολοφονία του στο Νησί το 1820, ενώ το κεφάλι του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

    Το Φετιχέ τζαμί, τελευταίο από τα κτίρια αυτής της πλευράς, κατασκευάστηκε γύρω στα 1795 από τον Αλή-πασά για να χρησιμοποιηθεί ως ναός του σεραγιού του. Κατέλαβε τη θέση παλαιότερου τζαμιού, που είχε ανεγερθεί μετά το 1618, ύστερα δηλαδή από την αποτυχημένη απόπειρα του Διονυσίου του Φιλοσόφου και την εγκατάσταση των Τούρκων στο Κάστρο, επάνω ή κοντά στο βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών. Το κτίσμα αποτελείται από το κατεστραμμένο σήμερα προστώο και την κεντρική θολοσκέπαστη αίθουσα με εξώστη. Το μιχράμπ, εκτός από τα γύψινα διακοσμητικά, κοσμείται και με δύο μαρμάρινους βυζαντινούς πεσσούς με ανάγλυφη διακόσμηση, που είναι τα μόνα στοιχεία που διασώζονται από το βυζαντινό ναό. Λείψανα της ζωγραφικής διακόσμησης του εσωτερικού σώζονται ακόμα στο θόλο και στο μέτωπο του εξώστη.

    Βορειοδυτικά του πρώην βασιλικού Περιπτέρου διακρίνονται τμήματα των προκτισμάτων της βόρειας πτέρυγας του σεραγιού. Ανισόπεδοι χώροι, πλακόστρωτα δωμάτια, λουτρά με μπανιέρες, αποχωρητήρια και ένα ολοκληρωμένο αποχετευτικό δίκτυο που οδηγεί στη λίμνη συγκροτούν ένα σύνολο που περιβάλλει σχεδόν τη δυτική πλευρά του “τείχους του Βοημούνδου” και το μεγάλο κυκλικό πύργο. Τα τελευταία δεσπόζουν στο χώρο, με την ψευδοϊσόδομη και με μεγάλες λιθοπλίνους τοιχοποιία τους, και δείχνουν τα όρια και το μέγεθος της βυζαντινής ακρόπολης. Το τμήμα αυτό του σεραγιού του Αλή που αποκαλύφθηκε τα τελευταία χρόνια δεν φανερώνει μόνο τη μεγαλοπρέπειά του αλλά και τις αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στα προϋπάρχοντα κτίσματα. Είναι βέβαιο ότι ο Αλή-πασάς χρησιμοποίησε για τις ανάγκες του σεραγιού το παλαιό τείχος, αλλά κυρίως τον κυκλικό πύργο που τον ανύψωσε και διαμόρφωσε το επάνω μέρος του σε “belvedere”. Σε αντίθεση με τα αρχαιότερα λείψανα , το σεράι είναι κτισμένο με αμελή αργολιθοδομή και οι τοίχοι εντυπωσιάζουν κυρίως με το πάχος παρά με την επιμελημένη κατασκευή τους.

    Ο κενός σήμερα χώρος που μεσολαβεί μεταξύ της εσωτερικής όψης του τείχους και του σεραγιού δεν θα πρέπει να ξεγελάει τον επισκέπτη. Βοηθητικά κτίρια, αυλές και καλντερίμια γέμιζαν ασφυκτικά και αυτό το χώρο, όπως φάνηκε στις πρόσφατες δοκιμαστικές ανασκαφικές τομές. Τη φυσιογνωμία του Ιτς-Καλέ ολοκληρώνει η εμφάνιση και διάρθρωση του τείχους που το περιβάλλει. Πανύψηλο, ισχυρό και με μεγάλο πλάτος, εξυπηρετούσε με ευχέρεια την κυκλοφορία των στρατιωτών και την κίνηση των πυροβόλων, ενώ ταυτόχρονα έδινε τη δυνατότητα δημιουργίας πολυάριθμων θολωτών διαμερισμάτων στο πάχος της τοιχοποιίας του για πολλαπλές χρήσεις. Τρεις μεγάλες πύλες και μία πυλίδα εξυπηρετούσαν την επικοινωνία με τον οικισμό και την έξω περιοχή. Τα σύμβολα του Αλή και επιγραφές στα μέτωπα των πυλών έδειχναν ξεκάθαρα στους εισερχομένους ποιος είναι ο κτήτορας του κάστρου και κύριος του χώρου.

 

Ο οικισμός

    Τα τείχη περιέσφιγγαν έναν οικισμό που έσφυζε από ζωή. Από τη βυζαντινή πόλη, που περιοριζόταν και αυτή μέσα στα τείχη, μοναδικό μέχρι σήμερα εύρημα παραμένει το βυζαντινό λουτρό στην αυλή του Σουφαρί, κτίσμα σημαντικό, ελάχιστο όμως δείγμα της πληθώρας των δημοσίων κτιρίων, των σπιτιών και των ναών που υπήρχαν στον οικισμό κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Ήδη από τις πηγές γνωρίζουμε περισσότερα από είκοσι ονόματα ναών και μονών.

    Ελάχιστα είναι τα κτίσματα που διασώθηκαν και από την επόμενη περίοδο, δηλαδή μέχρι το 19ο αιώνα, και περιορίζονται στην παλαιά εβραϊκή συναγωγή και στο αρχοντικό του πασά-Καλού.

    Τα τείχη οριοθετούν τον οικισμό επέβαλλαν όρους στη δομή και την ανάπτυξη του. Στενά δρομάκια και σπίτια το ένα κοντά στο άλλο δημιουργούν ένα σφιχτοδεμένο σύνολο. Όμως τα περισσότερα αρχοντικά και νοικοκυρόσπιτα του Κάστρου παρουσιάζουν καταστροφές. Τα παλαιότερα σπίτια που σώζονται ανήκουν στις αρχές του αιώνα μα,. Τα περισσότερα είναι διώροφα με λιθόκτιστο το ισόγειο, και τον όροφο κατασκευασμένο από πλίνθους ή από τσατμά. Σιδεριές φράζουν τα παράθυρα του ισογείου. Πολλές φορές ο όροφος προεκτείνεται έξω από την οικοδομική γραμμή, δημιουργώντας έτσι το γνωστό σαχνισί. Στο ισόγειο βρίσκονται τα βοηθητικά δωμάτια του σπιτιού και στον όροφο πάντα ο ηλιακός ή κρεβάτα, με το καλό χειμωνιάτικο δωμάτιο και όλα τα καλοκαιρινά. Το σπίτι έχει συνήθως αυλή με πηγάδι και βοηθητικούς χώρους. Στις οδούς Ιουστινιανού και Φιλανθρωπηνών, εντυπωσιακές ακόμα και σε σήμερα, αριστερά της κεντρικής πύλης, μπορεί να χαρεί κανείς την πλαστικότητα του συνόλου που δημιουργούν το τείχος, τα παλαιά σπίτια και ο στενός δρόμος με το καλντερίμι.

    Η παλαιά συναγωγή στην οδό Ιουστινιανού αποτελεί σήμερα το μοναδικό μνημείο της κάποτε έντονης εβραϊκής παρουσίας στα Γιάννενα,. Μέσα από έναν ισχυρό τοιχοπερίβολο προβάλλει το απλό, λιθόκτιστο, ορθογώνιο σε κάτοψη κτιρίου. Οι κίονες του εσωτερικού , η ξυλόστεγη κάλυψη και τα μεγάλα παράθυρα κάνουν να έχει μεγάλες ομοιότητες με χριστιανική βασιλική. Το σημερινό οικοδόμημα ανήκει στο 17ο αιώνα, κτίστηκε όμως, σύμφωνα με τις πηγές, στη θέση προϋπάρχουσας συναγωγής που μαρτυρείται ήδη στα μεσοβυζαντινά χρόνια.

    Το αρχοντικό του πασά-Καλού, ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Τσεκούρα, αποτελεί το μοναδικό δείγμα σωζόμενου αρχοντικού μέσα στο Κάστρο. Μέσα σε έναν ευρύχωρο κήπο, με το λιθόκτιστο ισόγειο και την τοξωτή σκάλα, τον όροφο από τσατμά που ακουμπά στο τείχος, το λοξότμητο εξωτερικό σαχνισί και τη γυμνόστηθη καλλονή στην οροφή της μεγάλης αίθουσας, είναι τυπικό δείγμα για μια ομάδα τέτοιων σπιτιών, για πάντα χαμένων.

 

MΟΥΣΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων

    Η κεντρική συλλογή του Βυζαντινού Μουσείου Ιωαννίνων στεγάζεται στο κτίριο του πρώην βασιλικού Περιπτέρου που κτίστηκε το 1958 από τον ελληνικό στρατό στη θέση του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, το οποίο είχε ανεγερθεί στα ερείπια του κεντρικού κτιρίου του σεραγιού του Αλή-πασά. Στις επτά αίθουσες του ισογείου εκτίθενται ευρήματα ανασκαφών (γλυπτά, νομίσματα, κεραμική) από την παλαιοχριστιανική έως και την ύστερη μεταβυζαντινή περίοδο, καθώς και εικόνες και κειμήλια από το 16ο έως και το 19ο αιώνα. Στην παλαιοχριστιανική περίοδο κεντρική θέση κατέχουν αντικείμενα από τη Νικόπολη και γλυπτά του 5ου – 6ου αιώνα από τη Φωτική και τη Γλυκή της Θεσπρωτίας, όπως και άλλα ευρήματα από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα. Μέσα από το εποπτικό υλικό αλλά και τα εξαιρετικά γλυπτά από τη Γλυκή, τη Δράμεση και το Κάστρο των Ιωαννίνων φαίνεται ανάγλυφα η ακμή της Ηπείρου την εποχή του λεγόμενου “Δεσποτάτου”. Οι δύο ανάγλυφες πήλινες εικόνες από την Άρτα είναι εύγλωττη απόδειξη αυτής της ακμής. Χειρόγραφα και έντυπα βιβλία-ένα από τα οποία έχει εκδοθεί το 1499 στη Βενετία από το τυπογραφείο του ηπειρώτη Νικολάου Βλαστού- είναι πρώιμα μεταβυζαντινά δείγματα μιας πνευματικής και καλλιτεχνικής ανόδου που συνεχίζεται και αργότερα με την άνθηση τόσο της μνημειακής ζωγραφικής όσο και αυτής των φορητών εικόνων, όπως φαίνεται από τις λίγες αλλά εξαιρετικές εικόνες που εκτίθενται. Μια συλλογή πήλινων αγγείων από την Άρτα, εικόνες, έντυπα και ένα επιστύλιο τέμπλου αποτελούν ένα εξαιρετικό σύνολο, αντιπροσωπευτικό της τέχνης του 17ου αιώνα στην Ήπειρο. Το 18ο και το 19ο αιώνα οι τοιχογραφίες αλλά και οι φορητές εικόνες κατέχουν σημαντική θέση στην ηπειρώτικη τέχνη. Η εικόνα του Χριστού Κριτή του 1733 που ζωγραφίζει ο Ιωάννης από το Καπέσοβο δείχνει την ικανότητα του αγιογράφου αλλά και τις τάσεις της ζωγραφικής αυτής της περιόδου. Το 19ο αιώνα, παράλληλα με την πτώση της καλλιτεχνικής ποιότητας των λαϊκών ζωγράφων, νέοι καλλιτέχνες σπουδασμένοι στο Πολυτεχνείο αλλά και στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, κάνουν την εμφάνισή τους. Ένας από αυτούς, ο ηπειρώτης Αλέξανδρος Δαμίρης, τοιχογραφεί το αρχοντικό των Κέλη-Βενέτη στα Ιωάννινα, με θέμα τη μάχη στη Μουλβία Γέφυρα με κεντρικό πρόσωπο το Μέγα Κωνσταντίνο, που εκτίθεται στο Μουσείο.

Συλλογή Αργυροχοΐας

    Η έκθεση της αργυροχοΐας δεν θα μπορούσε να βρει ωραιότερο οικοδόμημα για να στεγαστεί από αυτό του λεγόμενου “θησαυροφυλακίου”. Στο θολοσκέπαστο κτίριο εκτίθεται το μεγαλύτερο μέρος των δύο σημαντικότερων συλλογών, του αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος και του Ιωαννίδη, που είχαν δωρηθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων. Γίνεται προσπάθεια να αναδειχθούν οι ενότητες των εκκλησιαστικών και των κοσμικών αντικειμένων και δίνεται έμφαση στην παρουσίαση των τεχνικών της αργυροχοΐας. Την έκθεση συμπληρώνει η αναπαράσταση ενός εργαστηρίου αργυροχοΐας, το οποίο συγκροτήθηκε με τη βοήθεια του Σωματείου Ασημουργών Ιωαννίνων. Στα δισκοπότηρα και τους αργυρεπένδυτους σταυρούς, στις πόρπες, στις λεκανίδες αλλά και στα περιλαίμια και τα σκουλαρίκια φαίνεται ανάγλυφη η ικανότητα των ηπειρωτών ασημουργών σε όλα τα είδη αργυροχοΐας και σε όλες τις γνωστές τεχνικές (εγχάρακτη, έκτυπη, διάτρητη, σαβάτι, χυτή, σμάλτο). Στα έργα τους είναι φανερός ο εκλεκτικισμός, που εκφράζεται με τη δημιουργική σύνθεση των στοιχείων που προέρχονται από τη βυζαντινή παράδοση και αυτών που αφομοιώθηκε από τις επαφές τους με τη δυτική Ευρώπη, τη Βενετία και τη Ρωσία.

Εθνογραφικό και Ιστορικό ( Δημοτικό ) Μουσείο

    Το εσωτερικό του τζαμιού του Ασλάν-πασά φιλοξενεί συλλογές βασισμένες στο ελληνικό, το εβραϊκό και το τουρκικό στοιχείο που κατοικούσαν στην πόλη των Ιωαννίνων. Όλα τα αντικείμενα προέρχονται από δωρεές επιφανών οικογενειών και είναι σκεύη με χρηστικό και διακοσμητικό χαρακτήρα από πορσελάνη, χρυσό, ασήμι και άλλα μέταλλα, φορεσιές, όπλα που χρονολογούνται στο 18ο, το 19ο και τον 20ό αιώνα, κ.ά.

    Τα αντικείμενα της συλλογής του ελληνικού στοιχείου πλουτίζει και τμήμα της συλλογής του αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος με εκκλησιαστικά σκεύη, άμφια και εκκλησιαστικά βιβλία.

    Στην εβραϊκή συλλογή εκτίθενται παραπετάσματα από το κτίριο της παλαιάς συναγωγής, φορεσιές και προικοσύμφωνα της άλλοτε ακμάζουσας εβραϊκής κοινότητας Ιωαννίνων.

Τα αντικείμενα από το τουρκικό στοιχείο εκτίθενται στον κεντρικό χώρο και αποτελούν ενδιαφέρον σύνολο από ανατολίτικα υφάσματα του 16ου, του 17ου και του 18ου αιώνα, έπιπλα από ξύλο και φίλντισι της εποχής του Αλή-πασά, μπρούτζινα αντικείμενα και μουσουλμανικά βιβλία.

 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ

 

  

Αρχική σελίδα εισόδου
Ελληνικά (Αρχική σελίδα)English Start Page
Το σχολείο μας
Δραστηριότητες του σχολείου μας
Ο νομός Ιωαννίνων
Η πόλη των Ιωαννίνων
Η λίμνη Παμβώτιδα
Το νησί των Ιωαννίνων
Επιστροφή στην κορυφή της σελίδας για συνέχιση της πλοήγησης